πλακάτ

πλακάτ
το άκλ. плакат

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "πλακάτ" в других словарях:

  • πλακάτ — το, Ν άκλ. πρόχειρα κατασκευασμένη επιγραφή με συνθήματα, κοινωνικά ή πολιτικά, τα οποία αναφέρονται σε διεκδικήσεις διαφόρων επαγγελματικών ή άλλων τάξεων, που αναγράφεται σε επίμηκες συνήθως ύφασμα ή χαρτί και υψώνεται σε ένα ή δύο κοντάρια,… …   Dictionary of Greek

  • πλακάτ — το (λ. γερμ., άκλ.) πρόχειρη πινακίδα πάνω σε κοντάρι, που έχει κάποιο σύνθημα ή προσωπογραφία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»